ΕΛΛΑΔΑ

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΣΘΟΙ ΚΙΝΑΣ,ΙΝΔΙΑΣ,ΠΑΚΙΣΤΑΝ


Του Δρ. Ανδρέα Παπαστάμου

Μέσα σε γενικότερο κλίμα συνεχούς υποβάθμισης των συζητήσεων για τη δημοσιονομική διαχείριση, σε στεγνή και κυρίως βραχυχρόνια λογιστική αποτίμηση, ολοένα και περισσότερο προβάλλει το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ακόμα χειρότερα, οι επίσημες θέσεις για το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας, όχι μόνον περιορίζονται σε άσκοπη ανάλυση εσόδων-εξόδων, αλλά και τη συνδέουν με το εργατικό κόστος (μισθολογικό και μη).

Οι πρόσφατες κυβερνητικές δηλώσεις κάνουν λόγο για «περαιτέρω συγκράτηση του μισθολογικού κόστους, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα», επιτείνοντας τη σύγχυση που επικρατεί, με χαρακτηριστικό μοντέλο προς μίμηση, την Κίνα και την Ινδία. Τούτες οι θέσεις στερούνται επιστημονικής βάσης, στρεβλώνουν την ήδη χαλασμένη εικόνα, και φυσικά, ουδόλως ανταποκρίνονται στη διεθνή πραγματικότητα.

Διαβάζουμε λοιπόν, στην τελευταία έκθεση για την ανταγωνιστικότητα των χωρών, που δημοσίευσε το περίφημο World Economic Forum, 2011-2012, γνωστή κι ως «παγκόσμιος δείκτης ανταγωνιστικότητας», ότι δέκα κράτη ξεχωρίζουν με τις επιδόσεις στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας, ενώ δυστυχώς η χώρα μας υποβαθμίστηκε στην 90η από την 83η θέση.

1. Ελβετία
2. Σιγκαπούρη
3. Σουηδία
4. Φινλανδία
5. ΗΠΑ
6. Γερμανία
7. Ολλανδία
8. Δανία
9. Ιαπωνία
10. Βρετανία

Το ερώτημα απλό και σαφές προς όσους επιμένουν ότι «πρέπει να μειωθεί το μισθολογικό κόστος για να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας»: ποιο από τα δέκα πιο ανταγωνιστικά κράτη του κόσμου έχει χαμηλούς μισθούς; Αν, οι υπέρμαχοι της δημοσιονομικής λιτότητας, βρουν έστω κι ένα, τότε με μεγάλη χαρά να μηδενίσουμε τους μισθούς των Ελλήνων εργαζομένων.

Για την Ελβετία δεν γεννάται θέμα. Βρίσκεται στην κατηγορία με τους υψηλότερους μισθούς στον κόσμο. Τα στοιχεία είναι διαθέσιμα στον οποιονδήποτε, αρκεί μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο: στην Ελβετία, οι εργαζόμενοι αμείβονται πολύ καλά και εργάζονται λιγότερο από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, και φυσικά πολύ λιγότερο από τους Έλληνες, οι οποίοι βρίσκονται στην πρώτη θέση των σκληρά εργαζομένων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι αστείο, αλλά η πραγματικότητα όπως εμφανίζεται σε όλες τις στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών οργανισμών.

Για να μην ζαλίσουμε τους αναγνώστες με αχώνευτες στατιστικές, λέμε απλά ότι σε καμία από τις υπόλοιπες χώρες με την υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, δηλαδή τη Σιγκαπούρη και την Ιαπωνία, την Ασία, τις σκανδιναβικές χώρες, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Βρετανία και φυσικά τις ΗΠΑ, οι μισθοί δεν είναι χαμηλοί. Το αντίθετο μάλιστα, σε τούτα τα κράτη, ανταγωνιστικότητα και μισθοί πάνε χέρι-χέρι: η υψηλή ανταγωνιστικότητα φέρνει κέρδη, δηλαδή υψηλότερους μισθούς, που επίσης καταναλώνονται και επενδύονται σε προϊόντα που ενσωματώνουν υψηλή ανταγωνιστικότητα. Η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται από το μισθολογικό κόστος, δεν επηρεάζεται από τους υψηλούς ή τους χαμηλούς μισθούς, ούτε καθορίζεται από τις ασφαλιστικές εισφορές και τις λοιπές μη μισθολογικές δαπάνες, όπως πρόσφατα δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος («η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε παρεμβάσεις στο μη μισθολογικό κόστος, όπως οι ασφαλιστικές εισφορές, σε συνεννόηση με τους κοινωνικούς εταίρους»). Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια για τους ασκούντες δημόσια πολιτική.

Το πρόβλημα δεν είναι η οικονομική δυσπραγία, δεν είναι οι φοροφυγάδες (οι κυβερνητικές δηλώσεις αναφέρουν ότι «πολλές κατηγορίες επαγγελματιών φοροδιαφεύγουν καθώς δεν δηλώνουν όλα τα εισοδήματά τους... η σύλληψη της φοροδιαφυγής σε μικροεπαγγελματίες είναι εξαιρετικά δυσχερής»), ούτε όσοι καταχρώνται περιουσίες και ελπίδες -κατά κανόνα πολιτικοί (κάτι για το οποίο, δυστυχώς, καμία νομοθετική ρύθμιση δεν έχει προβλεφθεί). Βεβαίως, όλα αυτά επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, τις δαπάνες και το κόστος, δημόσιο και ιδιωτικό, αλλά είναι το σύμπτωμα, όχι η αιτία του προβλήματος. Τούτα τα δεινά είναι αποτέλεσμα νοοτροπίας, κοινωνικών προτύπων και ηθικών αξιών. Ας αναζητήσουμε, λοιπόν, την πηγή του προβλήματος στους θεσμούς και τη λειτουργία τους. Και πάλι, αυτό είναι το ήμισυ της αλήθειας, το ένα μέρος του προβλήματος.

Το άλλο μισό, το δεύτερο μέρος του προβλήματός μας, βρίσκεται στην κρατική αδιαφορία για την παιδεία, την πραγματική κινητήρια δύναμη οικονομίας και κοινωνίας. Τούτη είναι μαγική συνταγή των δέκα πιο ανταγωνιστικών οικονομιών του κόσμου, που φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις του παγκοσμίου δείκτη ανταγωνιστικότητας: καινοτομία και τεχνολογική υποδομή να υιοθετήσουν και να αναπτύξουν την πρόοδο και την επιστημονική έρευνα, ή με μια λέξη ΠΑΙΔΕΙΑ. Οι δέκα πιο ανταγωνιστικές οικονομίες του πλανήτη μας, στηρίζονται σε άριστα σχολεία και πανεπιστήμια, σε καταρτισμένους και παραγωγικούς δασκάλους, καθηγητές και ερευνητές, σε δυναμικούς και επιμελείς μαθητές και φοιτητές, που έχουν πρόσβαση στη γνώση, σε επιστημονικά εργαστήρια υψηλού επιπέδου. Εκεί γεννιέται η έρευνα, η καινοτομία και η τεχνολογία. Αλλά κι εδώ, το σημαντικότερο βρίσκεται και πάλι στις νοοτροπίες και τις αξίες που προβάλλει και υποστηρίζει το κράτος. Αυτό είναι το έδαφος που ανθεί η γνώση κι ο πολιτισμός, δηλαδή η ανταγωνιστικότητα. Η NOKIA βρίσκεται στην πρώτη θέση γιατί πουλάει τεχνολογία, δηλαδή ενσωματωμένη γνώση και παιδεία. Το ίδιο και η APPLE, και όλες οι μεγαλύτερες εταιρείες του πλανήτη μας. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό τους. Για να μην αναφερθούμε στις «εξαγωγές» των βρετανικών πανεπιστημίων, που αποφέρουν έσοδα υψηλότερα από κάθε εξαγωγικό προϊόν της Βρετανίας.

Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας βρίσκεται στην ΠΑΙΔΕΙΑ. Γι’ αυτό, καλό θα ήταν, πριν από οποιαδήποτε σχεδιασμό για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τα αρμόδια υπουργεία να συντονιστούν με το έργο του υπουργείου Παιδείας. Η ανταγωνιστικότητα δεν έχει καμία σχέση με τους μισθούς. Αυτό που χρειάζεται είναι αναθεώρηση των δαπανών, εξοικονομώντας κονδύλια από στρατιωτικούς εξοπλισμούς προς όφελος της παιδείας, της επιστημονικής έρευνας και της διάχυσης της καινοτομίας.

Εάν, τα άσκοπα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας, συνεχιστούν με την ίδια ένταση, αδιαφορώντας για την παιδεία, την αληθινή πηγή της ανταγωνιστικότητας, τότε όχι μόνον η αγορά θα σβήσει αλλά, το πιο ανησυχητικό, τα καλύτερα παιδιά μας θα φύγουν για άλλες «πατρίδες», πιο ανταγωνιστικές, εκεί που ο μόχθος και η δημιουργικότητα αμείβονται για να αυγατίσουν. Σε τούτο τον κυκεώνα ψευδών ειδήσεων και δημόσιας αμετροέπειας, η αποκατάσταση της αλήθειας αποτελεί στοιχειώδες καθήκον κάθε Έλληνα: η ανταγωνιστικότητα δεν έχει καμία σχέση με τους μισθούς. Η Ελλάδα διαθέτει πολιτισμό, επιστήμονες και τεχνολογία. Εκεί βρίσκεται το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Αυτό είναι το στοίχημα, κι ας αφήσουμε τη «συγκράτηση του μισθολογικού κόστους» για την Κίνα και την Ινδία.

* Ο κ. Ανδρέας Παπαστάμος είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Οικονομικός Σύμβουλος στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδος στον ΟΗΕ, Γενεύη

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΙΕΔΩΣΕ ΤΟ

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More