ΕΛΛΑΔΑ

ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΟΙ ΤΑΦΟΙ ΤΗΣ ΡΩΞΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Δ;

Μπροστά σε μια μεγάλη αρχαιολογική ανακάλυψη πιθανόν να βρίσκονται τα συνεργεία της ΚΗ’ Εφορείας Κλασσικών Αρχαιοτήτων Σερρών..... Μετά από έρευνες ετών και αξιοποιώντας την ιστοριογραφία και τις προφορικές παραδόσεις της περιοχής, οι αρχαιολόγοι κατέληξαν σε μία «τούμπα» σε αγροτική περιοχή του Δήμου Αμφίπολης.

ΟΔΗΓΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Πολλοί φίλοι και φίλες μου έχουν ζητήσει να γράψω ένα αρθρο με "Οδηγίες Επιβίωσης",γιατί μπορεί σύντομα να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις που να οφείλονται σε διάφορους λόγους,όπως πτώχευση και στάση πληρωμών,περίεργα και πρωτόγνωρα γεωφυσικά φαινόμενα και εγώ δεν ξέρω τι άλλο.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ 16/10/1912

Το έργο της απελευθέρωσης της Κατερίνης ανατέθηκε στην 7η Μεραρχία του Στρατού Θεσσαλονίκης, που είχε διοικητή το Συνταγματάρχη (ΠΒ) Κλεομένη Κλεομένους. Στις.. 15 Οκτωβρίου 1912 εκδόθηκε η Διαταγή των Επιχειρήσεων.

ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος είναι 8. Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός και Ποσειδώνας. Και έχουνε όλοι αρχαία ελληνικά ονόματα προς τιμήν των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων που θεμελίωσαν την αστρονομία. Ας γνωρίσουμε λοιπόν τα μυθικά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα πήραν οι πλανήτες.

Η ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη..

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ:Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΗΣΕ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΝΑ ΖΩΝΤΑΝΕΨΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΜΙΛΗΣΕΙ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΩΝ ΤΟΥ
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ




Πώς ορίζεται ένας πνευματικός άνθρωπος; Από τον πλούτο των γνώσεών του (όχι απαραίτητα και όχι μόνο γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου), από τις παρεμβάσεις του στα κοινά και στα προβλήματα των συμπολιτών του, από το έργο του και τη σημασία που αυτό έχει για τον τόπο του. Ένας τέτοιος άνθρωπος και επιστήμονας ήταν και ο Μανόλης Ανδρόνικος, στον οποίο αφιερώνεται το σημερινό προσκύνημα. Το όνομά του μπορεί να μη λέει και πολλά στους νεότερους, όμως η παρουσία του άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο στην Ιστορία της Μακεδονίας και έριξε γερό θεμέλιο στην πιστοποίηση της ελληνικότητας της περιοχής.
Ήταν 8 Νοεμβρίου του 1977, πριν 32 χρόνια, όταν ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος, έμπαινε για πρώτη φορά μετά από 2.300 χρόνια σε έναν τάφο ασύλητο, σε έναν τάφο που έμελλε να αποτελέσει την σημαντικότερη ανακάλυψη στα νεότερα αρχαιολογικά ελληνικά χρονικά. Στον τάφο του Φιλίππου του Β’, του πατέρα του Μεγαλέξανδρου στη Βεργίνα, την οποία και ταυτίζει με τις Αιγές, την πρωτεύουσα του κράτους των Μακεδόνων.
Ο δρόμος για να φτάσει όμως σε αυτή την ανακάλυψη ήταν μακρύς και με πολλά εμπόδια. Η παρουσία το στη Βεργίνα ξεκινά στα 1938, σαν μαθητευόμενος και ενώ δεν ήταν καλά καλά ούτε 20 χρονών. Από τότε θα εντοπίσει τη Μεγάλη Τούμπα, το λοφίσκο δηλαδή που του «έλεγε» ότι κάτι σημαντικό έχει παραχωμένο. Το πάθος του και το όραμά του θα τον ξαναφέρουν σε αυτό το μέρος το 1951 σαν επιμελητή και το 1963 θα ανακαλύψει κάποιες επιτύμβιες στήλες που θα τον κάνουν να συμπεράνει ότι εκεί μεσουρανούσε κάποτε μια κοινωνία που τιμούσε τους νεκρούς της με πλούσια κτερίσματα.
Και θα φτάσουμε στο φθινόπωρο του 1977, όταν κάτω από την επίχωση της νοτιοδυτικής πλευράς του Τύμβου, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια ενός υπέργειου οικοδομήματος , του Ηρώου, ενός συλημένου κιβωτιόσχημου τάφου , που συμβατικά ονομάζεται «Τάφος της Περσεφόνης» (από το θέμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό του) και ο ασύλητος Μακεδονικός τάφος που αργότερα αποδόθηκε στον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππο Β'. Την επόμενη χρονιά ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος, ο «Τάφος του Πρίγκηπα», σφράγισε το εντυπωσιακό μέρος της ανασκαφικής έρευνας στην Μεγάλη Τούμπα.
Ας ακούσουμε τον ίδιο να μιλάει για την είσοδό του στον τάφο και την ανακάλυψη της χρυσής λάρνακας με το δεκαεξάκτινο μακεδονικό αστέρι: «Η πρώτη, άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμμία διακόσμηση. Ωστόσο η αντίδραση αυτή ξεπεράστηκε σχεδόν αμέσως, όταν το βλέμμα μου στράφηκε προς το δάπεδο του θαλάμου.. ...Ο ανασκαφέας αισθάνθηκε βαθύτατη συγκίνηση και δέος στη θέα ενός πλούσιου ταφικού θαλάμου που είχε μείνει ανέπαφος μέσα στους αιώνες... ...Το βλέμμα συγκεντρώθηκε στο πίσω μέρος του θαλάμου, ακριβώς κάτω από το άνοιγμα. Εδώ ήταν όλα τα αντικείμενα που δόθηκαν στο νεκρό για την μεταθανάτια ζωή του. Δεξιά, το ένα δίπλα στο άλλο μπρούντζινα και σιδερένια σκεύη και όπλα. Τα μπρούτζινα είχαν πάρει ένα ωραίο δυνατό πράσινο χρώμα από την οξείδωση. Τα σιδερένια είχαν μαυρίσει. Αριστερά, δίπλα στον βόρειο τοίχο, έλαμπαν τα ασημένια αγγεία. Στη μέση του πίσω τοίχου, κάθετα κάτω από το άνοιγμά μας, το τετράγωνο κάλυμμα μιας μαρμάρινης σαρκοφάγου. Μπροστά της και δίπλα της, απλωμένα μαυριδερά τα λείψανα σαπισμένων και διαλυμένων ξύλων. Ανάμεσά τους άσπριζαν κάποια μικρά κομμάτια, άστραφταν φύλλα χρυσού σ' όλη την έκταση. Πιο πέρα μαυροκόκκινος διακρινόταν ένας οξειδωμένος θώρακας...Ξεπερνώντας τις αναπόφευκτες δυσκολίες που μας δημιουργούσαν τα σκορπισμένα στο δάπεδο οργανικά υλικά, κατορθώσαμε να σηκώσουμε το κάλυμμα. Και τότε είδαμε κάτι που ήταν αδύνατο να φανταστώ, γιατί ποτέ ως τότε δεν είχε βρεθεί τέτοιο οστεοδόχο σκεύος: μια ολόχρυση λάρνακα με ένα επιβλητικό αστέρι στο κάλυμμά της. Την βγάλαμε από την σαρκοφάγο, την αποθέσαμε στο δάπεδο και την ανοίξαμε. Τα μάτια όλων άνοιξαν διάπλατα και η αναπνοή μας είχε κοπεί: ολοκάθαρα τα καμένα οστά, τοποθετημένα σ' ένα προσεχτικά σχηματισμένο σωρό, κρατώντας ακόμα το χρώμα από την πορφύρα που κάποτε τα τύλιξε. Και στη γωνιά ένα βαρύτιμο χρυσό στεφάνι πιεσμένο τα κάλυπτε. Κλείσαμε την πολύτιμη λάρνακα, την καλύψαμε προσεχτικά και την αποθέσαμε στην εσωτερική γωνιά του θαλάμου...Επιστρέψαμε στον τάφο. Συσκευάσαμε με άκρα προσοχή την λάρνακα, τη βγάλαμε από τον τάφο, χωρίς κανείς να αντιληφθεί την σημασία του κιβωτίου, και μαζί με τον τεχνίτη Δημήτρη Μαθιό απομακρυνθήκαμε από τον χώρο της ανασκαφής με το αυτοκίνητό μου. Με την ακολουθία του αυτοκινήτου της αρχαιολογικής υπηρεσίας ξεκίνησα για τη Θεσσαλονίκη. Ο Μαθιός κρατούσε στα επιδέξια χέρια του το κιβώτιο. Τρέχαμε αμίλητοι. Είχαμε ειδοποιήσει να μας περιμένουν στο Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Όταν φτάσαμε, προχωρήσαμε στην ασφαλισμένη αποθήκη, ανοίξαμε το κιβώτιο και αποκαλύψαμε τον θησαυρό που προσκομίσαμε στα εκστατικά μάτια των συναδέλφων που είχαν φτάσει στο μεταξύ εκεί. Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου...».
Και πώς να μην είναι; Υπάρχει τελειότερη στιγμή για έναν άνθρωπο παρά όταν βρεθεί αγκαλιά με αυτό που κυνηγά τόσα χρόνια, με το επιστημονικό και ατομικό του όνειρο, με την επιβεβαίωση των κόπων του σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα των ανύπαρκτων κονδυλίων, σε πείσμα των ανύπαρκτων αρχών της ψωροκώσταινας, σε πείσμα των συναδέλφων που αμφισβήτησαν τα ευρήματα; Και ευτυχώς για μας, εκείνη η ώρα ήταν και μια από τις πιο σημαντικές για τον τόπο, για την Μακεδονία, για την Ελλάδα. Στη Βεργίνα βρέθηκαν εκτός των άλλων και επιτύμβιες στήλες, όπου αναγράφονται 75 ονόματα, όπως Αλκέτας, Άλκιμος, Αντίγονος, Βερενίκη, Δρύκαλος, Εύξεινος, Θεόκριτος, Θεόδωρος, Ηρακλείδης, Κλεαγόρας, Λέανδρος, Λυσανίας, Μένανδρος, Νικόστρατος, Ξενοκράτης, Πευκόλαος, Πρόξενος, Πιερίων, Φίλιστος, Φιλώτας. Μακεδονικά, ελληνικά ονόματα που κλείνουν τα στόματα όλων των σφετεριστών της Ιστορίας μας.
Και η μακεδονική γη συνεχίζει να γεννάει ευρήματα σε εκείνον τον τόπο που ευλόγησε ο Ανδρόνικος με τη σκαπάνη του (χρυσό στεφάνι του 2008 που αποδόθηκε στον Ηρακλή, έναν από τους δύο δολοφονηθέντες γιους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ασημένιο αγγείο του 2009 με οστά μέσω των οποίων ερευνάται η ταυτότητα). Η μαθήτρια (και διάδοχος) του Ανδρόνικου, Χ. Παλιαδέλη δήλωνε στα «Νέα» στις 9 Νοεμβρίου: «Περιμένω τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας των οστών από το τελευταίο εύρημα. Αν διαπιστωθεί πως ανήκουν σε γυναίκα, τότε μάλλον είναι μίας από τις συζύγους του Μεγάλου Αλεξάνδρου- μητέρας των δολοφονημένων γιων του».
Προσκύνημα μνήμης στον Μανόλη Ανδρόνικο. Όχι μόνο έναν επιστήμονα με αξεπέραστο έργο, αλλά και έναν πνευματικό άνθρωπο με καίριες και συνεπείς παρεμβάσεις στον τύπο της εποχής και με ζηλευτό δοκιμιακό λόγο. Έναν αρχαιολόγο που γεννήθηκε στην Προύσα το 1919 και έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Σημαδιακό; Μόλις τότε ξεκινούσε και το πιο αδίστακτο μέρος της σκοπιανής προπαγάνδας.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ:ΒΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΜΑΣ


Παρασκευή, στο τηλέφωνο έρχονται τα νέα. «Άνοιξαν τον τάφο του πατέρα μου». Μόνο αυτό για να μην τρομάξω. Ξεκινώ για το κοιμητήριο. Στον δρόμο σκέφτομαι ότι κάποιος έσπασε την πλάκα, ότι έγραψαν συνθήματα πάνω. Τα λόγια ήταν απλά «άνοιξαν τον τάφο» αλλά δεν το συνηδητοποιώ. Τι σημαίνει «άνοιξαν;». Δεν αντιλαμβάνομαι. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο. Αδυνατώ να δημιουργήσω την «εικόνα» στο μυαλό μου. Δεν έχω αρρωστημένη φαντασία φαίνεται και ας περνάω την περισσότερη ελεύθερη μου ώρα να βλέπω κινηματογράφο.

Φτάνω στο κοιμητήριο και αντικρίζω αυτοκίνητα της αστυνομίας. Πλησιάζω και αντικρίζω τις κίτρινες κορδέλες. Βλέπω την οικογένεια μου. Ακόμη δεν υποψιάζομαι τίποτα. Με πλησιάζει ο αδερφός μου. «Τι έγινε;» τον ρωτώ.

«Έκλεψαν τη σορό» μου απαντά. Τα μάτια του γεμάτα και οι λέξεις σχεδόν δεν βγαίνουν να το πει. Ήταν η πρώτη φορά που τέτοιες λέξεις έφυγαν από το στόμα του, είμαι σίγουρη. Όλα σκοτεινιάζουν και νιώθω τα δάκρυα στα μάτια να μαζεύονται. Νιώθω ένα βάρος μέσα μου. Ένα κόμπο στο στομάχι. Ένα αίσθημα που είχα πέραν του χρόνου να νιώσω. Από τότε που άκουσα ένα γιατρό να μας λέει «είναι καρκίνος».

Η εικόνα του άδειου τάφου βρίσκεται συνέχεια μπροστά μου. Ένα φέρετρο άδειο. Ένα άσπρο κενό το οποίο έσπαζε μόνο από το μαξιλάρι, βυθισμένο στη μέση εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι του για ένα σχεδόν χρόνο. Ένα βύθισμα και μόνο, να λέει εδώ κάποτε υπήρχε κάτι… Οι υπόλοιπες ώρες και μέρες περνούν ως μια παραίσθηση. Ως επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς. Η Αστυνομία με ερωτήσεις. Οι φίλοι με συμπαράσταση. Ο κόσμος με αγάπη. Οι φήμες. Οι πληροφορίες. Τα κανάλια. «Στο ίδιο έργο θεατές» σκεφτόμουν συνέχεια.

Η αντίδραση του κόσμου άκρως συγκινητική. Τηλέφωνα συνεχώς. Μηνύματα. Στο facebookτο σχετικό γκρουπ απέκτησε ήδη 17.000 μέλη. Ομοφωνία σχεδόν στις αντιδράσεις. Επαναλαμβάνονται οι ίδιες λέξεις. Σα να τις επιστρέφει η ηχώ. «Οργή», «Καταδίκη», «αποτροπιασμός»... Οι δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών στο ίδιο μοτίβο. Επιπροσθέτως, κάνουν κάλεσμα για «ενότητα»... Τ’ ακούω και με ξαφνιάζει. Είναι ανάγκη να το πεις αυτό; Μια τέτοια πράξη δεν μας φέρνει όλους μαζί στην ίδια θέση; Έχει και άλλη άποψη εκτός της καταδίκης;

Το μνημόσυνο θα προχωρήσει. Την ψυχή μνημονεύουμε, μου λένε, όχι το σώμα. Συμφωνώ. Εξάλλου εδώ και καιρό είχα διαχωρίσει τον πατέρα μου από το σώμα του. «Δεν είσαι το σώμα που αποχαιρετούμε, είσαι η ψυχή που κουβαλούμε πάντα μέσα μας».
Αυτό είχα πει πριν ένα χρόνο. Αυτό πίστεψα από τη μέρα που τον έχασα. Δεν χρειάζομαι τον τάφο για να τον νιώσω δίπλα μου. Χρειάζομαι μόνο τις σκέψεις μου και την καρδιά μου.

Στο μνημόσυνο η ατμόσφαιρα βαριά. Όταν ακούω τα λόγια του Μυστηρίου καταλαβαίνω γιατί. Ανάπαυσε την ψυχή του δούλου σου. Τι ειρωνεία… Στρέφω τα μάτια μου προς τον κόσμο και ψάχνω την πολιτική ηγεσία, που εκλιπαρεί για «ενότητα». Βλέπω την ηγεσία του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ, του ΕΥΡΩΚΟ, των Οικολόγων, της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, του ΛΑ.ΟΣ, την Κυβέρνηση της Ελλάδας. Οι άλλοι;

Στο πρώτο ετήσιο μνημόσυνο του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας δεν θεώρησαν ότι υπήρχε λόγος παρουσίας; Στο πρώτο ετήσιο μνημόσυνο του τέως Προέδρου του οποίου ο τάφος έχει συληθεί, δεν θεώρησαν ότι έπρεπε να δείξουν στον λαό τους, ότι ομόφωνα το καταδικάζουν;

Και μετά το μνημόσυνο μένουν και πάλι μόνο οι σκέψεις. Η προσπάθεια να καταλάβω το γιατί. Το να νιώσω κάτι άλλο από την οργή που με πλυμμηρίζει. Τα σενάρια μας τρελαίνουν. Είναι για λύτρα; Δεν μας έχουν ζητήσει· και γιατί παραμονή του μνημοσύνου; Είναι ακραία στοιχεία; Για ποιον λόγο; Τι θέλουν να πετύχουν; Τι το κάνουν; Πού το έχουν; Και στα δικά μας σενάρια προστίθενται και τόσα άλλα αισχρά. Τον πήραμε εμείς, το σχεδίασε ο ίδιος… Γελάω, για να μην κλάψω. Για την κατάντια μας. Για την ενότητα μας… Και πίσω από τις σκέψεις και την οργή, ο πόνος. Ο ανθρώπινος πόνος. Πόνος ακατανόητος. Δεν πήραν τον πατέρα μου. Είναι απλά το εναπομείναν δοχείο της ψυχής του. Έχασα κάτι περισσότερο από αυτό που έχασα πέρσι;

Την αξιοπρέπεια.

Την αξιοπρέπεια μου ως θυγατέρα που δεν προστάτεψε το σώμα του πατέρα της. Ως Ελληνίδα. Ως Χριστιανή. Ως πολίτης μιας Δημοκρατίας η οποία (όσο και αν εντίμως και φιλότιμα προσπαθεί η Αστυνομία να εξιχνιάσει), αδυνατεί να προστατεύσει τα σύμβολα της οντότητας και τους θεσμούς οι οποίοι την καθιστούν κράτος. Τι θα γινόταν αναλογίζομαι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα με αυτοσεβασμό εάν είχε συμβεί το αντίστοιχο; Φαντάζομαι μόνο στην Αμερική τι θα γινόταν εάν είχε γίνει παρόμοια ενέργεια. Θα το αντιμετώπιζαν ως ένα ιδιωτικό έγκλημα; Ως ένα μεμονωμένο συμβάν; Θα το ερμήνευαν ως οτιδήποτε άλλο εκτός από τρομοκρατική ενέργεια; Τι άλλο μπορεί να είναι κάτι το οποίο πολτοποιεί τα πιστεύω μας; Κάτι που προσβάλλει και προκαλεί την Θρησκεία και την κουλτούρα μας; Την ασφάλεια και ανασφάλεια μας;

Τι είναι τελικά το αίσθημα που με κυριεύει; Τι έχει γεμίσει το κενό;

Τι έχει μείνει εκτός από ένα βύθισμα στο μαξιλάρι;

Μια λέξη μόνο.

Βιασμός.

Πώς αλλιώς περιγράφεις την εισβολή στην προσωπική σου ζωή, στον δικό σου χώρο; Τον διασυρμό ενός σώματος, έστω και αν η ψυχή είναι άυλη;

Ο βιασμός δεν είναι και ψυχολογικός;

Και ποιον βίασαν τελικά οι βάνδαλοι; Τον Τάσσο; Την οικογένεια του; Τους φίλους και συνεργάτες του; Τους υποστηρικτές του; Το Κράτος μας; Την Ιστορία και τον πολιτισμό μας; Τη Θρησκεία μας;

Βίασαν την αξιοπρέπειά μας….
(Κείμενο της πανάξιας κόρης του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, από την εφημερίδα "Φιλελεύθερος" της Κύπρου)
ΑΣ ΣΤΑΘΩ ΣΤΗΝ ΒΑΡΙΑ ΑΛΛΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ( ΒΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΜΑΣ)
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΒΙΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΣΑΣ ΕΧΑΡΙΣΕ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΣΣΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΠΟΥ ΟΛΗ ΤΟΥ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ.
ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΙ ΑΥΤΟ ΝΑΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΑΥΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΘΛΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΞΑΝΕ.
ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΠΟΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΗΝ ΒΙΑΣΟΥΝ ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ ΡΙΖΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΑΣ.
Ο ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟ ΣΑΣ
ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΝ ΕΧΕΤΕ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΕ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΕΙ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΧΕΙ ΠΕΤΥΧΕΙ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΠΛΑ ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΦΟΡΑ!


Για την ελληνική ιδιοσυγκρασία, η οποία ικανοποιείτο με την σύνθεση των πραγμάτων σε ένα πεδίο ανώτερης ενοποίησης, η οικονομία δεν μπορούσε να να μείνει ευλαβικά ανέγγιχτη σαν μια δήθεν «ιερή» έννοια, ή σαν ένα «πεπρωμένο» προς το οποίο η κοινωνία όφειλε να κινηθεί. Η οικονομία δεν αποτελούσε για τον ελληνικό νου κάποιο αυτοσκοπό αυτονομημένο από τον παράγοντα άνθρωπο και τις ανάγκες του και γι αυτό δεν αντιμετωπιζόταν σαν αυθύπαρκτη έννοια, η οποία διέθετε, δήθεν αφ εαυτής, μια οποιαδήποτε εγγενή αξία. Η οικονομία έπρεπε και αυτή να υπαχθεί στο σύνολο των λοιπών ζωτικών δραστηριοτήτων και αναζητήσεων, που αφορούν σε μια κοινωνία και να αλληλεπιδράσει με αυτές, χωρίς να θεωρείται σε καμία περίπτωση η πεμπτουσία τους.
Η ίδια η λέξη «οικονομία» (π.χ. στους Ξενοφώντα(1) και Αριστοτέλη(2)) δεν σήμαινε τίποτε άλλο από διαχείριση των υποθέσεων του οίκου και φυσικά όχι μόνο των χρηματικώς εκπεφρασμένων. Κατά τον ίδιο τρόπο η επέκταση της χρήσης της λέξης για το σύνολο της κοινωνίας επέβαλε μια διεύρυνση της έννοιάς της: οικονομία της πόλης, δηλαδή Πολιτική Οικονομία, είναι η διαχείριση των υποθέσεων της πόλης, χωρίς τον αυθαίρετο και παραπλανητικό κατατεμαχισμό τους σε χρηματικώς και μη χρηματικώς εκπεφρασμένες. Επειδή η πόλη (=κοινωνία) νοείτο ως ενιαίος οίκος εντός του οποίου πρέπει να επιτυγχάνεται με πολιτικό τρόπο η έμπρακτη ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η οικονομική δραστηριότητα όφειλε να υποτάσσεται σε αυτή την αναγκαιότητα. Όπως έχει επισημανθεί(3), στην αρχαία Ελλάδα η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως ενσωματωμένη στην κοινωνία και όχι ως ξεχωριστός τομέας υπεράνω αυτής.
Πράγμα, που υποχρεώνει στην εξέταση της Πολιτικής Οικονομίας ως εξαρτώμενης και εκπορευόμενης από την αυθεντική πολιτική, δηλαδή από την τέχνη της (αυτο)διοίκησης -όχι του εξουσιασμού- των κοινωνιών. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα δεδομένα της σημερινής εποχής, όπου η πολιτική έχει εκφυλλιστεί σε παιδί για τα θελήματα των οικονομικώς ισχυρών και η οικονομική ορολογία έχει αποκτήσει την μυστικοπάθεια και την ασάφεια της θρησκευτικής (όσο κι αν αρέσκεται να διατυπώνεται με έναν ψευδοεπιστημονικό τρόπο). Την επιστημονικοφανή αυτή ορολογία την μηρυκάζουν ανυποψίαστοι και οι αδαείς «απλοί άνθρωποι», χωρίς να ξέρουν τί πραγματικά λένε αλλά, δεχόμενοι ασυνείδητα όλο το ηθικολογικό, συναισθηματικό και χειραγωγητικό αποτέλεσμά της (όπως ακριβώς έχει επιτύχει και η θρησκεία).
Η αρχαία ελληνική οικονομία δεν υπήρξε ως κάτι ενιαίο (κάθε πόλη είχε διαφορετικό νόμισμα, δημοσιονομική πολιτική κ.λπ.). Υπάρχουν ωστόσο κάποιοι κοινοί τόποι, οι οποίοι δίνουν μια εικόνα του πώς οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την Πολιτική Οικονομία και πώς συγκεκριμενοποιούσαν τις θεμελιώδεις της έννοιες εντάσσοντάς τες στο πεδίο τής γενικότερης πολιτικής, φιλοσοφικής κ.ά. αναζήτησής τους.
Ο παραγωγός
Στην ελληνική αρχαιότητα, η έννοια του παραγωγού σχετίζεται ευθέως με την έννοια της ελευθερίας. Ελεύθερος θεωρείται μόνο όποιος παράγει για προσωπικό του όφελος. Όποιος ασκεί οποιουδήποτε είδους εξαρτημένη εργασία (μισθωτή, δουλική, δουλοπάροικη, ή άλλη), όποιος πουλά την εργασία του για να επιβιώσει, δεν μπορεί να λέγεται ελεύθερος(4).
Ο παραγωγός με τη μορφή του ανεξάρτητου αγρότη ή τεχνίτη και όχι η δουλεία, αποτέλεσε την βάση της αρχαίας ελληνικής οικονομίας. Αυτή είναι μια ιστορική διαπίστωση, στην οποία έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση η μαρξιστική και η αναρχική οικονομική σκέψη του 19ου αιώνα και οι επίγονοί τους(5). Παρά την εντέχνως διαδεδομένη (ειδικά στη Νεοελλάδα) φημολογία, η δουλεία αποτέλεσε ένα περιορισμένο φαινόμενο στην αρχαία ελληνική ζωή: μόνο σε κάποιες μεγάλες οικονομικές μονάδες κάποιων μεγάλων πόλεων γινόταν χρήση δούλων (π.χ. στα μεταλλεία).
Στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα (κεφαλαιοκρατικό) η εξαρτημένη εργασία αποτελεί τη βάση της παραγωγικής διαδικασίας. Η εξαρτημένη εργασία ως βάση της οικονομίας, αποτελεί και την κυριότερη αιτία για την εξάρτηση της οικονομίας (και, συνακόλουθα, της κοινωνίας και της πολιτικής) από τούς «ειδικούς» και για την άνευ ιστορικού προηγουμένου υπερσυγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας (βλ. την διάλεξη του Κορνήλιου Καστοριάδη, Προβλήματα δημοκρατίας σήμερα).
Αποτελεί επίσης και μια από τις κυριότερες αιτίες, που οι επιχειρήσεις μπορούν να ασκούν κοινωνικό έλεγχο και χειραγώγηση: είναι γνωστοί οι συνήθεις εκβιασμοί μεγάλων επιχειρήσεων (= οικονομικών εξουσιών), ότι θα μετακινήσουν ή θα κλείσουν παραγωγικές τους μονάδες αν δεν ψηφιστούν π.χ. φορολογικοί, ή (αντ)εργατικοί νόμοι που να τις ευνοούν. Οι τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, ή ακόμα και ολόκληρων κοινωνιών εξαρτώνται από τις διαθέσεις των ηγεσιών των επιχειρήσεων. Το συνηθισμένο θέαμα επιχειρήσεων, οι οποίες, στα πλαίσια της «πολιτικής» τους, δημιουργούν σε μια μέρα χιλιάδες άνεργους, ή η ραγδαία εξαφάνιση ολόκληρων οικονομικών τομέων (ακόμα κι αν συμβαίνει λόγω δυσμενών οικονομικών «συγκυριών»), πιθανότατα θα κλόνιζε έναν αρχαίο.
Μια οικονομία με βάση της την εξαρτημένη εργασία και με κυριότερη παρενέργειά της τη δημιουργία συνεχούς επαγγελματικής ανασφάλειας (αυτής, που οι σύγχρονοι οικονομολόγοι συνηθίζουν να ωραιοποιούν ως δήθεν επαγγελματική «κινητικότητα») δεν ταιριάζει σε ελεύθερους ανθρώπους. Αλλά και μια κοινωνία, που άγεται και φέρεται από τον «επιχειρηματικό» της κόσμο (βλ. τις αστεία αυτοαποκαλούμενες «παραγωγικές τάξεις», σαν να μην ήταν παραγωγική η εργασία π.χ. του γιατρού, ή του εκπαιδευτικού, ή του αγρότη), είναι στην πραγματικότητα υπόδουλη, ό,τι ψευδαισθήσεις περί ελευθερίας της κι αν τρέφει.
Πλούτος και φτώχεια
Ως προς την αντίληψη περί ατομικού πλούτου, αυτός συνδεόταν με την εξασφάλιση χρόνου για την ενασχόληση με τα κοινά(6) και με την απόκτηση της αρετής (δηλαδή της προσωπικής εξέλιξης και ολοκλήρωσης)(3).
Ο πλούτος θεωρείτο κάτι θετικό επειδή απάλλασσε από την καθημερινή βιοπάλη και έδινε την χρονική και χρηματική άνεση (αλλά δημιουργούσε και την άγραφη υποχρέωση) σε όποιον τον διέθετε, για να καλλιεργήσει τον εαυτό του και για να προσφέρει στο σύνολο. Η προσφορά αυτή δεν είχε καμία σχέση με την μετέπειτα επιφανειακή χριστιανική «φιλανθρωπία», που απλώς τονίζει και διαιωνίζει τη δυστυχία των αποδεκτών της, αλλά έπρεπε να διοχετεύεται απ ευθείας στις κοινωνικές δομές και να ενισχύει την κοινωνική ευημερία (όπως με δαπανηρότατες ευεργεσίες, κ.ά.). Κανείς πλούσιος δεν έγινε ποτέ υποκείμενο θαυμασμού μόνο και μόνο επειδή ήταν πλούσιος, επειδή δηλαδή, όπως θα λεγόταν σήμερα, «τα είχε καταφέρει». Ο πλούτος δεν θεωρείτο ένδειξη της… «δημιουργικότητας» και του… «δυναμισμού» κάποιου (λέξεις που έχουν ευτελιστεί στην -αλωμένη από τις οικονομίστικες εμμονές- καθομιλουμένη).
Όφειλε να κερδίζει καθημερινά τη γενική εκτίμηση, τόσο με την προσωπικότητά του, όσο και με την παντοειδή στήριξη, που παρείχε στην κοινότητα. Οι πλούσιοι επάνδρωναν συνήθως τις πρώτες γραμμές της οπλιτικής φάλαγγας με το καθολικό, τότε, σκεπτικό, ότι επειδή είχαν περισσότερα να υπερασπίσουν από έναν φτωχό, τούς αναλογούσε και περισσότερο μερίδιο κινδύνου. Οι ίδιοι οι πλούσιοι επιζητούσαν με την οικονομική δραστηριότητά τους, όχι κυρίως περισσότερα χρήματα αλλά, συνήθως, ό,τι και ο οποιοσδήποτε άλλος Έλληνας: τιμή και δόξα από τους συμπολίτες τους και τις μελλοντικές γενιές. Το παράδειγμα του Αθηναίου Κίμωνα, γιού του Μιλτιάδη, είναι ένα από τα πρώτα, που έρχονται στον νου. Αντιθέτως η ένδεια θεωρείτο κάτι ανεπιθύμητο, όχι επειδή γινόταν αντιληπτή κοινωνικά ως «αποτυχία», αλλά ως πρόσκομμα στην απόκτηση της αρετής (μάλιστα στην Αθήνα υπήρχε και νόμος, που απαγόρευε να κατηγορήσει κανείς κάποιον άλλον για τη φτώχεια του, ή για την τέχνη που ασκούσε - βλ. Δημοσθένους Προς Ευβουλίδην, 30-35).
Οικονομία αυτάρκειας
Πρόκειται για την σημαντικότερη ίσως πτυχή της οικονομικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Η αρχή της αυτάρκειας σφράγισε όλη τη δημόσια και ιδιωτική οικονομική δραστηριότητά τους. Ένα νοικοκυριό, ακόμα και μέσα στην πόλη, έπρεπε να φτιάχνει το ψωμί του, να έχει το περιβόλι του, να διαθέτει κάποια υποτυπώδη κτηνοτροφική υποδομή κ.λπ.. Σε επίπεδο πόλης θεωρείτο, ότι μια κοινωνία πρέπει να επιδιώκει να παράγει όλα όσα της χρειάζονταν και να αποφεύγει να εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες.
Η εγχώρια παραγωγή ενθαρρυνόταν ακόμα και στη περίπτωση, που τα ίδια προϊόντα μπορούσαν να κοστίσουν φθηνότερα μέσω της εισαγωγής τους. Π.χ. η Αθήνα ανέκαθεν εισήγαγε σιτάρι, αλλά μόνο ως συμπλήρωμα στην ανεπαρκή αττική παραγωγή. Παράλληλα ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν και οι σιτοπαραγωγοί της Αττικής, πράγμα που σημαίνει, ότι είχε ληφθεί μέριμνα -πολιτική τιμών και δασμών- ώστε να μην πέσουν θύματα του ανταγωνισμού (μια σημερινή «φιλελεύθερη» οικονομία θα τους είχε εγκαταλείψει στην τύχη τους αν και «ελεύθεροι πολίτες» -βλ. μεγατόνους αδιάθετων αγροτικών προϊόντων- ενώ μια, υποτίθεται, ενοποιημένη οικονομία τύπου Ε.Ε. θα τους είχε υποβαθμίσει στρέφοντάς τους σε κάποια πιο «αποδοτική» -και φυσικά άσχετη με τις εγχώριες ανάγκες καλλιέργεια- ή ίσως θα τους είχε υποχρεώσει ακόμα και να αλλάξουν επάγγελμα…).
Το εμπόριο είχε για τις ελληνικές πόλεις έναν καθαρά εισαγωγικό συμπληρωματικό ρόλο και αντιμετωπιζόταν σαν αναγκαίο κακό, μια και η πλήρης αυτάρκεια ήταν τότε, όπως και σήμερα κάτι, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατά προσέγγιση. Κάθε πόλη είχε τη δική της «εθνική» εισαγωγική εμπορική πολιτική.
Η εμπορική δραστηριότητα ασκείτο συνήθως από μη πολίτες, που ήσαν εγκατεστημένοι στο έδαφος της πόλης και ελέγχετο σχολαστικά. Π.χ. το τί, γιατί, πόσο, πότε, από πού και πώς θα εισαχθεί και πώς θα διατεθεί, τουλάχιστον σε ζωτικά προϊόντα, αποτελούσε συχνότατα θέμα των συνελεύσεων της Εκκλησίας του Δήμου(3) δηλαδή, ζήτημα κατ εξοχήν πολιτικό, το οποίο αφορούσε τους πάντες. Ήταν αδιανόητη η «ελεύθερη» (και συνήθως απρόβλεπτη και αιφνιδιαστική) οικονομική δραστηριότητα, τα παιχνιδάκια των κερδοσκόπων με είδη πρώτης ανάγκης, οι συμφωνίες «κυρίων», η εκμετάλλευση, ή και το «στήσιμο» από τους επιτήδειους δύσκολων καταστάσεων, οι «αρπαχτές» και οι «μαγκιές» εις βάρος της κοινωνίας. Ωστόσο δεν επρόκειτο απλώς για την θωράκιση της κοινωνίας με τους «κατάλληλους» νόμους, ούτε για «έντιμους» δημόσιους λειτουργούς, που έκαναν ευσυνείδητα το καθήκον τους και άλλα τέτοια αφελή, που προβάλλονται σήμερα ως πανάκειες για ανάλογα προβλήματα. Εδώ, η ίδια η κοινωνία παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και κόβει τα φτερά στην αλητεία της «κονόμας» (Ένας σημερινός οικονομικός αναλυτής θα έμενε κατάπληκτος με την παντελή απουσία «κινήτρων» -άλλη πολυφορεμένη λέξη, που στην σύγχρονη οικονομική ορολογία αποτελεί το επιστημονίστικο συνώνυμο του ξεπουλήματος- προς τους εμπόρους/ «επενδυτές» των ελληνικών πόλεων) .
Η εμπορική «εσωστρέφεια» των κατά τα άλλα εξωστρεφών αρχαίων Ελλήνων βοήθησε στη μακροβιότητα των πόλεων και των θεσμών τους. Η επιδίωξη αυτάρκειας συνέβαλε στην κοινωνική συνοχή και στην ανεξαρτησία των πόλεων.
Μια άλλη σπουδαιότατη πλευρά της εφαρμογής της αρχής της αυτάρκειας που θα πρέπει να επισημανθεί είναι η πολιτειακή ιδιοκτησία και διαχείριση των πρώτων υλών (π.χ. μεταλλεία), των μεταφορών και επικοινωνιών (λιμάνια, δρόμοι) και γενικά όλων των ζωτικών για την κοινωνία οικονομικών τομέων. Ιδιωτικοποίηση σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν αδιανόητη, σε αντίθεση με σήμερα, όπου τα παραπάνω γίνονται βορά των ιδιωτικών συμφερόντων.
Καταμερισμός της εργασίας και «παραγωγικότητα»
Ο κοινωνικός καταμερισμός των επαγγελμάτων γινόταν με κριτήριο το να μην υφίστανται οι πολίτες τις δυσμενείς συνέπειες του ανταγωνισμού με τους πολλούς ξένους που ζούσαν στις ελληνικές πόλεις. Γι αυτό, στους ξένους επιτρέπονταν μόνο οι ασχολίες εκείνες, που θεωρούντο, ότι δεν ταίριαζαν σε έναν πολίτη. Συνήθως επρόκειτο για ό,τι είχε να κάνει με εμπόριο. Το εμπόριο (συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου χρήματος, τραπεζική κ.λπ.) θεωρείτο δραστηριότητα, λιγότερο, ή περισσότερο συνυφασμένη με την απάτη, παντελώς ανάρμοστη για έναν πολίτη και συνήθως αφηνόταν σε μη πολίτες, αλλά η διεξαγωγή του γινόταν σε όλα του τα στάδια υπό την άγρυπνη επιτήρηση και τον παρεμβατισμό της κοινωνίας.
Η φρασεολογία της σημερινής αγοράς φανερώνει μια τεράστια αλλαγή στον τρόπο που προβάλλονται και αξιολογούνται τα επαγγέλματα. Κατά έναν επιδερμικό και ευκαιριακό τρόπο, τα σημερινά «μοντέρνα» και «αστραφτερά» επαγγέλματα της παντοειδούς χρηματοεμπορευματικής μεσιτείας (αυτά που οι αρχαίοι ανέθεταν συνήθως σε μη πολίτες, ή ακόμα και σε δούλους -π.χ. ο πλουσιότερος άνθρωπος της Αθήνας του 4ου π.Χ. αιώνα ήταν ο τραπεζίτης και δούλος Πασίων) έχουν ηθικοποιηθεί και απολαμβάνουν μεγάλου κοινωνικού γοήτρου: «ο καλώς εννοούμενος επικερδής χαρακτήρας του (τού επαγγέλματος) αποσιωπάται συστηματικά, οι χρηματιστές κόπτονται για την "ανάπτυξη", οι διαφημιστές μοχθούν για την "επικοινωνία", οι ασφαλιστές χτίζουν την "ασφαλιστική συνείδηση" κ.ο.κ. Εξ ου και το καταγέλαστο ορισμένων, ότι ασκούν λειτούργημα».(7)
Ο καταμερισμός των ειδικοτήτων σε μια παραγωγική μονάδα γινόταν με κριτήριο την βελτίωση της ποιότητας(8) και όχι την αύξηση της παραγωγικότητας. Η τελευταία αυτή λέξη μάλλον δεν θα σήμαινε τίποτα για τους Έλληνες, αφού στόχος τους δεν ήταν το αγχωμένο κυνήγι κάποιων εμπορικών αγορών, αλλά η κάλυψη μιας σχετικά σταθερής και προβλέψιμης εγχώριας ζήτησης σε μια περίπου αυτάρκη και προστατευμένη οικονομία.
Οι οικονομικές κρίσεις στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα είναι κρίσεις μη απορροφήσιμης υπερπαραγωγής, οι οποίες οφείλονται στην υστερία της «παραγωγικότητας», που σε τελική ανάλυση δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τη ζήτηση και να κατανοήσει τις ανθρώπινες ανάγκες, (πόσο μάλλον να τις ικανοποιήσει).
«Ελεύθερη» αγορά ή κατευθυνόμενη οικονομία;
Τα δίλημμα είναι παραπλανητικό, αφού η δυνατότητα ύπαρξης «ελεύθερης» -με οποιαδήποτε έννοια- αγοράς αναιρείται πρωτίστως από την ίδια τη φύση τού κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Η σύγχρονη επιχείρηση είναι ένα κατασκεύασμα με ημερομηνία λήξης, που ο προορισμός του είναι είτε να συγχωνεύσει, είτε να συγχωνευτεί, είτε να χρεωκοπήσει. Οι συγχωνεύσεις επιχειρήσεων ή και ολόκληρων τομέων της οικονομίας, η δημιουργία ολιγοπωλίων και μονοπωλίων, τα -«νόμιμα» ή «παράνομα»- καρτέλ, οδηγούν σε ολοένα μεγαλύτερο περιορισμό του επιχειρηματικού ανταγωνισμού και του πολυδιαφημισμένου δικαιώματος επιλογής του καταναλωτή. Επίσης σε τεχνητή, από τους μεγάλους εταιρικούς σχηματισμούς, διαμόρφωση της ζήτησης και της προσφοράς κάτι, που παραβιάζει κατάφωρα την πολυδιακηρυγμένη «φυσιοκρατία» του καπιταλισμού.
Οι παραπάνω τάσεις ωθήθηκαν στις έσχατες συνέπειές τους στις χώρες, όπου ο καπιταλισμός μεταλλάχθηκε σε γραφειοκρατικό, π.χ. στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στον γραφειοκρατικό καπιταλισμό το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής καταλήγει να είναι τυπικό και επουσιώδες, αφού οι ουσιώδεις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αναπαράγονται κατά πανομοιότυπο τρόπο: κάποιοι έξω και επάνω από την κοινωνία αποφασίζουν τί και πώς θα παραχθεί και πώς θα διανεμηθεί, ερήμην της κοινωνίας. Το μοντέλο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού κατέρρευσε τόσο γρήγορα και θεαματικά, όσο βεβιασμένη και αλαζονική ήταν η απόπειρα πραγματοποίησής του. Από μια άποψη ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός συμπυκνώνει σε διάστημα λίγων δεκαετιών την εξέλιξη -και πιθανότατα την κατάληξη- του παραδοσιακού (βλ. Κορνήλιου Καστοριάδη, Η Γραφειοκρατική Κοινωνία, τόμος Β΄, σελ. 12).
Αλλά η καπιταλιστική οικονομία είναι βαθύτατα κατευθυνόμενη και για πιο εμφανείς λόγους: μια απλή ματιά στα «παιχνίδια» που στήνονται και παίζονται από τα κατά τόπους χρηματιστήρια, τις τράπεζες, τα καρτέλ και τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, είναι αρκετή για να διαλύσει κάθε αφελή αυταπάτη περί «ελεύθερης» οικονομίας.
Ο δε πολυδιαφημισμένος επιχειρηματικός ανταγωνισμός, όπου υπάρχει, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εξαντλεί τους ανθρώπινους πόρους στο κυνήγι της συμπίεσης του κόστους παραγωγής. Σύμφωνα με μια ιδεοληψία που αναπαράγεται ως θρησκευτικό δόγμα από τους οικονομολόγους (και από τους αδαείς «απλούς ανθρώπους»), η συμπίεση του κόστους παραγωγής θεωρείται, ότι επιφέρει «νομοτελειακά» μείωση της τιμής και άρα συμφέρει τον καταναλωτή. Έτσι οι επιχειρήσεις επιδίδονται σε ένα συνεχή αγώνα για υποτίμηση, του εργασιακού συνήθως κόστους (μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές κλπ), ώστε να «παρέχουν» πιο «προσιτά» και «ανταγωνιστικά» προϊόντα στο «καταναλωτικό κοινό». Ελάχιστοι οικονομολόγοι έχουν προχωρήσει λίγο πιο πέρα, μη αποδεχόμενοι την πονηρή διάκριση των ανθρώπων σε παραγωγούς και καταναλωτές, αφού οι δύο αυτές ιδιότητες συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται σχεδόν σε κάθε άνθρωπο: π.χ. μια «συμπίεση» εργασιακών αμοιβών θα μειώσει το κόστος παραγωγής και (θεωρητικά πάντοτε) την τιμή ενός προϊόντος, το οποίο όμως ο κακοπληρωμένος παραγωγός του (δηλ. ο εργαζόμενος) ίσως δεν θα μπορεί πλέον να αγοράσει και να «καταναλώσει».
Εξεταζόμενος ως προς το εφαρμόσιμο των διακηρυγμένων αρχών του και ειδικά ως προς την «ελευθερία της αγοράς» και της «ανταγωνιστικότητας», ο καπιταλισμός είναι το λιγότερο ρεαλιστικό, το πιο αντιφατικό και το πιο ουτοπικό σύστημα που υπήρξε ποτέ. Το ζήτημα δεν είναι εάν θα έχουμε «ελεύθερη» ή «κατευθυνόμενη» οικονομία, αλλά το κατά πόσο η κοινωνία θα είναι ελεύθερη ή κατευθυνόμενη από την «οικονομία».
Η κοινωνία παροχών και πρόνοιας
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ότι αποτελούσε το ιδεώδες των αρχαίων. Ο Ξενοφών δηλώνει απερίφραστα(9), ότι στόχος των οικονομικών του προτάσεων είναι να συντηρούνται οι πολίτες από την πόλη. Οι παροχές σε χρήμα, είδη πρώτης ανάγκης και υπηρεσίες ποίκιλαν από πόλη σε πόλη(3).
Θεωρείτο αυτονόητο για τους πολίτες να περιμένουν από την πόλη παροχές, όπως περιοδικές διανομές χρημάτων ή σιτηρών, διανομή κρέατος στις μεγάλες γιορτές, αμοιβές και αποζημιώσεις για τη θητεία τους στα πολιτειακά αξιώματα, ή στις λαϊκές συνελεύσεις, επιδόματα για την παρακολούθηση πολιτιστικών δρωμένων, θεατρικών παραστάσεων κ.λπ..
Επιπλέον, οι αμοιβές από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος δεν διαμορφώνονταν από την «προσφορά και ζήτηση», αλλά υπολογίζονταν πάντα με βάση την οικονομική κατάσταση του θεραπευόμενου.
Το μέλλον της κοινωνίας (παιδεία), η υγεία της κοινωνίας (π.χ. ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια), η ασφάλεια της κοινωνίας (π.χ. ασφαλείς δρόμοι) δεν μπορεί να εκχωρείται και να επαφίεται στον κάθε τυχάρπαστο και κερδοσκόπο εργολάβο/ιδιώτη.
Η σύγχρονη οικονομίστικη νοοτροπία αντιλαμβάνεται αγαθά, όπως η υγεία ή η παιδεία, μόνον ως εμπορεύματα ή ως «αγορές», οι οποίες πρέπει να εγκαταλειφθούν κατά έναν μυστικιστικό τρόπο στον «νόμο» του επιχειρηματικού ανταγωνισμού.
Το νόμισμα
Η νομισματοκοπία αναπτύχθηκε ουσιαστικά στην Ελλάδα (αν και τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στη Λυδία) και, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν αποτελεί προϊόν οικονομικής, αλλά πολιτικής σκέψης. Προέκυψε ως μια εφαρμογή της ειδικής έννοιας του νόμου στην αρχαία Ελλάδα, ο οποίος νοείτο ως αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ ελευθέρων πολιτών. Άλλωστε η λέξη νόμισμα προέρχεται από τη λέξη νομίζω. «Η επινόηση και η εξάπλωση της νομισματοκοπίας θα έπρεπε να τοποθετηθεί στα πλαίσια της ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων και του καθορισμού των αξιών, μιας βασικής δηλαδή τάσης της αρχαϊκής εποχής, τότε, που οι νόμοι κωδικοποιούνταν και δημοσιεύονταν για να απαλλαγούν από την αυθαίρετη ερμηνεία... Η ζωή της κοινότητας της πόλης δεν μπορούσε να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη και την επιβολή κανόνων σε όλους και η επινόηση της νομισματοκοπίας θα έπρεπε να συμφωνεί με αυτό. Η ταχύτατη εξάπλωση της νομισματοκοπίας κατά τον 6ο π.Χ. αι., η οποία ήταν βέβαια καθαρά ελληνικό φαινόμενο, πρέπει λοιπόν να συνδυαστεί με το φαινόμενο της ανάπτυξης των πόλεων και της συνείδησης του πολίτη. Για άλλη μια φορά βλέπουμε ότι είναι αδύνατον να προσεγγίσουμε την οικονομία σε “καθαρή” μορφή»(3). Το νόμισμα υπήρξε το σύμβολο της ανεξαρτησίας των αυτοκυβερνώμενων πόλεων, επάνω στο οποίο τύπωναν με υπερηφάνεια τα επίσημά τους.
Η μεταγενέστερη γενικευμένη αντίληψη και χρήση του νομίσματος ως μέσου κερδοσκοπίας, αν και γνωστή, ήταν περιφρονητέα από τους ελεύθερους ανθρώπους (μάλιστα ο Αριστοτέλης την ονομάζει «χρηματιστική τέχνη» και την αντιπαραθέτει στην τέχνη της απόκτησης αγαθών, θεωρώντας την ως αφύσικη επιθυμία για απεριόριστο πλούτο - βλ. Πολιτικά, Ι, 1256 b 26, 1257 b 39) .
Hοmo Oeconomicus εναντίον πολιτικού ανθρώπου
Τόσο η «ελεύθερη», όσο και η γραφειοκρατικώς κατευθυνόμενη κεφαλαιοκρατία, επιχειρούν να μετατρέψουν την κοινωνία είτε σε μια «φιλελεύθερη» ζούγκλα ανταγωνισμού, είτε σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Πράγματα, που στο βάθος ίσως δεν διαφέρουν και τόσο πολύ. Ο ανθρωπότυπος που δημιουργήθηκε τους τελευταίους αιώνες με αυτόν τον τρόπο, ο λεγόμενος «άνθρωπος της οικονομίας», αντιλαμβάνεται την κοινωνία και την φύση σαν ένα ξέφραγο αμπέλι ωφελιμιστικής δράσης και αρπαγής και την πολιτική τέχνη σαν μέσο εξουσιασμού και όχι ορθολογικής συνύπαρξης.
Το σύγχρονο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αξιολογούμενο με τα ίδια τα δικά του κριτήρια, είναι βαθύτατα ανορθολογικό, μη αποδοτικό, μη αποτελεσματικό, προβληματικό. Έχει προκαλέσει μια μη αναστρέψιμη οικολογική κατιούσα. Έχει φέρει δισεκατομμύρια -ανθρώπινα και μη- πλάσματα σε κατάσταση λιμοκτονίας. Επίσης έχει γενικεύσει και καθαγιάσει τον πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.
Στο παραστατικό ντοκυμανταίρ Corporation του Καναδού Μαρκ Άχμπαρ, εξετάζονται οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα προς αυτό, που και οι ίδιες διατείνονται ότι είναι: ως πρόσωπα (νομικής έστω φύσεως). Εξετάζεται η κοινωνική συμπεριφορά τους από ψυχιατρικής πλευράς, σαν να επρόκειτο για φυσικά πρόσωπα. Τα αποτελέσματα είναι πολύ διαφωτιστικά. Σύμφωνα με έναν Διαγνωστικό Κατάλογο Ελέγχου Προσωπικότητας, που έχει καταρτίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ., ICD-10) η καπιταλιστική επιχείρηση παρουσιάζει τα παρακάτω συμπτώματα:
- Πλήρης αδιαφορία για τα συναισθήματα των άλλων.
- Ανικανότητα διατήρησης μακροχρόνιων και ανθεκτικών σχέσεων.
- Αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων.
- Τάση για εξαπάτηση: ψεύδεται επανειλημμένα και χειραγωγεί προς όφελός της.
- Αδυναμία να νιώσει τύψεις συνειδήσεως.
- Ανικανότητα συμμόρφωσης με τις κοινωνικές νόρμες και εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς.
Διάγνωση: ψυχοπάθεια.»
Ο στόχος αυτού του άρθρου δεν είναι να προπαγανδίσει «λύσεις» και συνταγές για μια «ορθή» Πολιτική Οικονομία, αλλά να επαναφέρει (με όσο γίνεται εκλαϊκευμένο τρόπο) στην ταλαιπωρημένη αυτή έννοια την γνησιότητά της: μια Οικονομία των Πολιτών, η οποία θα είναι ενσωματωμένη και όχι αυτονομημένη από την κοινωνία.
Μια τέτοια οικονομία στην κλασική Ελλάδα προϋπέθετε τον συνεχή έλεγχό της από την αυθεντική πολιτική δραστηριότητα δηλαδή, από την άμεση δημοκρατία των λαϊκών συνελεύσεων.
Σήμερα, όπου το οικονομικό φαινόμενο έχει αποκτήσει διαστάσεις που δεν είχε άλλοτε, δεν έχει νόημα μια διερεύνηση των σημερινών δυνατοτήτων εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας (δηλαδή της μοναδικής πραγματικής Κοινωνίας των Πολιτών), εάν η τελευταία δεν επεκτείνεται κατ εξοχήν στο χώρο της παραγωγής των αγαθών και των υπηρεσιών. Άλλωστε οι σημερινοί πολέμιοι της άμεσης δημοκρατίας (δηλαδή της μοναδικής πραγματικής Κοινωνίας των Πολιτών), δεν προβάλλουν πλέον το παλιό πρόσκομμα τής μη άμεσης επικοινωνίας στις πολυπληθείς σημερινές κοινωνίες, αφού αυτό μπορεί να λυθεί με τις σύγχρονες τεχνολογίες (π.χ. διαδίκτυο): αυτό που προβάλλουν πλέον ως «εμπόδιο» για την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας (δηλαδή της μοναδικής πραγματικής Κοινωνίας των Πολιτών), είναι η σημερινή γιγαντισμένη οικονομική οργάνωση (και εξουσία), την οποία μάς παρουσιάζουν ως θέσφατο και ως δήθεν «αναπόφευκτο» γεγονός, το οποίο πρέπει να μείνει στο απυρόβλητο.
Αλλά, όπως έχει διαπιστωθεί ιστορικά, η κοινωνία μπορεί και δικαιούται να αποφασίζει η ίδια (δηλαδή χωρίς μεσάζοντες και «εκπροσώπους») για τον προσδιορισμό και τον τρόπο ικανοποίησης των αναγκών της, π.χ. για την ίδρυση παραγωγικών μονάδων (και όχι πλέον «επιχειρήσεων»), για την διανομή των αγαθών (και όχι πλέον «εμπορευμάτων»), για τη σχέση της με τη Φύση (και όχι απλώς με το εμπορευματοποιημένο και τουριστικοποιημένο «περιβάλλον»). Τα παραπάνω δεν μπορούν να συνεχίσουν να επαφίενται στις μειοψηφίες, ή στις επιχειρηματικές συντεχνίες, που ελέγχουν κάθε φορά την «αγορά» (και, κατ επέκταση, την πολιτική), αλλά πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ευρείας κοινωνικής αυτοθέσμισης, πολύ απαιτητικότερης από αυτήν των αρχαίων ελληνικών πολιτειών. Μιας αυτόνομης (και όχι ετερόνομης) κοινωνίας, που θα καταστήσει τον χώρο της παραγωγικής διαδικασίας και της Πολιτικής Οικονομίας, μια ζωτική επέκταση του Δημόσιου Χώρου(10).
Γιατί, δεν νοούνται άνθρωποι που θα είναι υπάκουα και αναλώσιμα στρατιωτάκια στον χώρο εργασίας τους, ενώ όταν βγαίνουν από αυτόν θα μετατρέπονται ως δια μαγείας σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
Αλλά αυτά ξεφεύγουν από το θέμα του παρόντος. Πολύ γενικά θα μπορούσαμε να πούμε, ότι «η εποχή μας χρειάζεται «ένα σύνολο νέων ευαισθησιών, σε μια ολότητα νέων πολιτισμικών μορφών, μια ηθική οικονομία στο πλαίσιο της οποίας η λέξη “οικονομία” θα υποδηλώνει την επανοικειοποίηση του αρχαίου ελληνικού όρου, δηλαδή τη διαχείριση του οίκου, μια νέα πολιτική που δεν θα είναι τίποτε άλλο από επανοικειοποίηση του αρχαίου ελληνικού ορισμού της, δηλαδή διαχείριση της τοπικής κοινότητας».(11)

Σημειώσεις
(1) Ξενοφώντος, «Οικονομικός» VI, 4-8.
(2) Αριστοτέλους, «Οικονομικά» II, 1, 1-6.
(3) M.M. Austin, και P. Vidal-Naquet, «Οικονομία και Κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος 1998.
(4) Αριστοτέλους, «Ρητορική» 1,9,1367 και 32.
(5) Π.χ. ο Καρλ Μαρξ στο Κεφάλαιο (τόμος 1ος, σελ. 350, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2006).αναφέρει : «Το μικρό νοικοκυριό του αγρότη και η ανεξάρτητη επιχείρηση του χειροτέχνη, που και τα δύο αποτελούν εν μέρει την βάση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής και εν μέρει, ύστερα από τη διάλυσή του, εμφανίζονται δίπλα στην κεφαλαιοκρατική επιχείρηση, αποτελούν ταυτόχρονα την οικονομική βάση των κοινωνιών της Κλασικής Αρχαιότητας στα καλύτερά της χρόνια, αφού πρώτα η Κλασική Αρχαιότητα διέλυσε την αρχική ανατολίτικη κοινοκτημοσύνη, και προτού η δουλεία επικρατήσει στα σοβαρά στην παραγωγή.»
(6) Αγγλικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Κοινωνική Ιστορία της αρχαίας Αθήνας», εκδόσεις Κουτσουμπός, Αθήνα 1985.
(7) Από άρθρο του Δ. Χαριτόπουλου στα Νέα , φύλλο 7/12/2002.
(8) Βλ. Ξενοφώντος ,«Κύρου Παιδεία» VIII,2, 5-6.
(9) Ξενοφώντος, «Πόροι ή περί προσόδων» IV 33.
(10) Και όχι τον Δημόσιο Χώρο ως πεδίο δράσης της οικονομίας. Για τον Δημόσιο Χώρο βλ. βιβλιοκριτική: Naomi Klein, No Logo.
(11) Μάρεϊ Μπούκτσιν, «Η σύγχρονη οικολογική κρίση», εκδόσεις Βιβλιόπολις, Αθήνα 1993.

Θεόδωρος A. Λαμπρόπουλος

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

ΕΛΛΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ

ΟΤΑΝ ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΞΕΡΟΥΜΕ Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΕΕΙ ΠΟΛΛΑ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

ΣΤΗΝ ΘΑΣΟ Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ


Η χαμένη Ατλαντίδα βρίσκεται στο βυθό της Θάσου; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό αναζητούν οι επιστήμονες μετά την ανακάλυψη από τα μέλη του Πανελλήνιου Κέντρου Υποβρύχιας Φωτογραφίας, Ερευνας και Τεχνολογίας μιας αρχαίας πόλης που αιώνες τώρα ήταν κρυμμένη στον βυθό του βόρειου Αιγαίου, μόλις λίγα μίλια μακριά από τη Θάσο.
Αναφορικά με τη μεγάλη αυτή ανακάλυψη, που αν τελικά επιβεβαιωθεί θα προκαλέσει και θα συνταράξει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, ο...
πρόεδρος του ΠΚΥΦΕΤ Γιάννης Σταματιάδης δήλωσε στην «Espresso»: «Μέχρι στιγμής δεν μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η χαμένη Ατλαντίδα βρίσκεται στο βυθό της Θάσου. Το μόνο σίγουρο είναι πως πέντε μίλια νότια του νησιού υπάρχει κάτι που μπορεί να είναι μια βυθισμένη πόλη, αλλά που δεν αποκλείεται να είναι η χαμένη Ατλαντίδα. Σύντομα θα πραγματοποιήσουμε ειδική αποστολή με καταδύσεις σε βάθος εκατό μέτρων. Οι καλύτεροι δύτες μας θα φτάσουν στον πυθμένα και θα δουν από

ΔΙΕΔΩΣΕ ΤΟ

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More